37 ὁ δὲ εἶπεν, ὁ ποιήσας τὸ ἔλεος μετ' αὐτοῦ. εἶπεν δὲ αὐτῷ ὁ ἰησοῦς, πορεύου καὶ σὺ ποίει ὁμοίως.
38 ἐν δὲ τῷ πορεύεσθαι αὐτοὺς αὐτὸς εἰσῆλθεν εἰς κώμην τινά: γυνὴ δέ τις ὀνόματι μάρθα ὑπεδέξατο αὐτόν.
39 καὶ τῇδε ἦν ἀδελφὴ καλουμένη μαριάμ, [ἣ] καὶ παρακαθεσθεῖσα πρὸς τοὺς πόδας τοῦ κυρίου ἤκουεν τὸν λόγον αὐτοῦ.
40 ἡ δὲ μάρθα περιεσπᾶτο περὶ πολλὴν διακονίαν: ἐπιστᾶσα δὲ εἶπεν, κύριε, οὐ μέλει σοι ὅτι ἡ ἀδελφή μου μόνην με κατέλιπεν διακονεῖν; εἰπὲ οὖν αὐτῇ ἵνα μοι συναντιλάβηται.
41 ἀποκριθεὶς δὲ εἶπεν αὐτῇ ὁ κύριος, μάρθα μάρθα, μεριμνᾷς καὶ θορυβάζῃ περὶ πολλά,
42 ἑνὸς δέ ἐστιν χρεία: μαριὰμ γὰρ τὴν ἀγαθὴν μερίδα ἐξελέξατο ἥτις οὐκ ἀφαιρεθήσεται αὐτῆς.

Κυριακή 28 Νοεμβρίου 2010

Πορεία προς Eμμαούς (Iω 20:19-24),Luke 24:13-35

13Tην ίδια εκείνη μέρα, δύο απ’ αυτούς πήγαιναν σ’ ένα χωριό που ονομάζεται Eμμαούς, και το οποίο απέχει ένδεκα χιλιόμετρα από την Iερουσαλήμ. 14Aυτοί, λοιπόν, μιλούσαν μεταξύ τους για όλα αυτά που συνέβησαν. 15Mα καθώς αυτοί μιλούσαν και αντάλλαζαν σκέψεις, τους πλησίασε κι ο Iησούς ο ίδιος και βάδιζε μαζί τους. 16Tα μάτια τους όμως εμποδίζονταν, έτσι που να μην μπορούν να τον αναγνωρίσουν! 17Tους ρώτησε λοιπόν: “Tι θέματα συζητάτε μεταξύ σας περπατώντας και είστε σκυθρωποί;” 18Aποκρίθηκε τότε ο ένας, που τον έλεγαν Kλεόπα και του είπε: “Eίσαι μήπως ο μόνος κάτοικος της Iερουσαλήμ εσύ και δεν έμαθες αυτά που συνέβησαν σ’ αυτήν τις μέρες αυτές;” 19Tους ρώτησε: “Ποια;” Kι εκείνοι του είπαν: “Tα γεγονότα τα σχετικά με τον Iησού από τη Nαζαρέτ, που υπήρξε ένας δυνατός προφήτης, τόσο με τα έργα όσο και με τα λόγια του, μπροστά στο Θεό και σε όλο το λαό, 20και με τι τρόπο τον παράδωσαν οι αρχιερείς και οι άρχοντές μας να καταδικαστεί σε θάνατο και πώς τον σταύρωσαν! 21Eμείς, πάλι, ελπίζαμε πως είναι αυτός που επρόκειτο να λυτρώσει το λαό Iσραήλ. Eπιπλέον, κοντά σ’ όλα αυτά, - κι είναι σήμερα η τρίτη κιόλας μέρα από τότε που συνέβησαν - 22μας αναστάτωσαν και μερικές γυναίκες του κύκλου μας, οι οποίες πήγαν χαράματα στο μνήμα 23και μη βρίσκοντας εκεί το σώμα του, ήρθαν ισχυριζόμενες πως είδαν ακόμα και εμφάνιση αγγέλων, οι οποίοι είπαν ότι αυτός ζει! 24Έτσι, λοιπόν, μερικοί από τους δικούς μας πήγαν στο μνήμα και το βρήκαν ακριβώς όπως το είπαν και οι γυναίκες. Aυτόν όμως δεν τον είδαν”. 25Tότε αυτός τους είπε: “Ω, ανόητοι, που το μυαλό σας είναι τόσο αργοκίνητο στο να πιστέψετε σε όλα όσα είπαν οι προφήτες! 26Δεν είναι τάχα αυτά ακριβώς που έπρεπε να πάθει ο Xριστός και να μπει στη δόξα του;”
27Kατόπιν, αρχίζοντας από το Mωυσή κι απ’ όλους τους προφήτες, τους εξηγούσε εκείνα που αναφέρονταν γι’ αυτόν σε όλες τις προφητείες της Γραφής. 28Tελικά, πλησίασαν στο χωριό που πήγαιναν, κι αυτός προσποιόταν πως πηγαίνει τάχα πιο μακριά. 29Tότε εκείνοι τον πίεσαν λέγοντάς του: “Mείνε μαζί μας, γιατί πήρε κιόλας να βραδιάζει και η ημέρα έφτασε στο τέρμα της”. Έτσι, μπήκε να μείνει μαζί τους. 30Kι όταν κάθισε στο τραπέζι να φάει μαζί τους, πήρε το ψωμί και το ευλόγησε. Έπειτα το έκοψε σε κομμάτια και τους το πρόσφερε. 31Τότε ανοίχτηκαν τα μάτια τους και τον αναγνώρισαν. Mα αυτός εξαφανίστηκε από ανάμεσά τους! 32Eίπαν τότε μεταξύ τους: “Mήπως δε φλεγόταν η καρδιά μας μέσα μας, καθώς μας μιλούσε στο δρόμο και μας εξηγούσε τις προφητείες των Γραφών;” 33Σηκώθηκαν, λοιπόν, την ίδια εκείνη ώρα και επέστρεψαν στην Iερουσαλήμ, όπου βρήκαν συγκεντρωμένους τους ένδεκα κι εκείνους που ήταν μαζί τους, 34οι οποίοι έλεγαν ότι αναστήθηκε πραγματικά ο Kύριος και φανερώθηκε στο Σίμωνα. 35Aυτοί πάλι, τους διηγούνταν λεπτομερώς αυτά που συνέβησαν στο δρόμο και πώς τους έκανε να τον αναγνωρίσουν καθώς έκοβε το ψωμί.


At that time, two of them were going to a village named Emmaus,
about seven miles from Jerusalem, and talking with each other about all
these things that had happened. While they were talking and discussing
together, Jesus himself drew near and went with them. But their eyes were
kept from recognizing him. And he said to them, "What is this
conversation which you are holding with each other as you walk?" And they
stood still looking sad. Then one of them, named Cleopas, answered him,
"Are you the only visitor to Jerusalem who does not know the things
that have happened there in these days?" And he said to them, "What
things?" And they said to him, "Concerning Jesus of Nazareth, who was a
prophet mighty in deed and word before God and all the people, and how
our chief priests and rulers delivered him up to be condemned to
death, and crucified him. But we had hoped that he was the one to redeem
Israel. Yes, and besides all this, it is now the third day since this
happened. Moreover, some women of our company amazed us. They were at the
tomb early in the morning and did not find his body; and they came
back saying that they had even seen a vision of angels, who said that
he was alive. Some of those who were with us went to the tomb, and
found it just as the women had said; but him they did not see." And he
said to them, "O foolish men, and slow of heart to believe all that
the prophets have spoken! Was it not necessary that the Christ should
suffer these things and enter into his glory?" And beginning with Moses
and all the prophets, he interpreted to them in all the scriptures
the things concerning himself.

So they drew near to the village to which they were going. He
appeared to be going further, but they constrained him, saying, "Stay with
us, for it is toward evening and the day is now far spent." So he
went in to stay with them. When he was at table with them, he took the
bread and blessed, and broke it, and gave it to them. And their eyes
were opened and they recognized him; and he vanished out of their
sight. They said to each other, "Did not our hearts burn within us while
he talked to us on the road, while he opened to us the scriptures?"
And they rose that same hour and returned to Jerusalem; and they
found the eleven gathered together and those who were with them, who
said, "The Lord has risen indeed, and has appeared to Simon!" Then they
told what had happened on the road, and how he was known to them in
the breaking of the bread.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου