37 ὁ δὲ εἶπεν, ὁ ποιήσας τὸ ἔλεος μετ' αὐτοῦ. εἶπεν δὲ αὐτῷ ὁ ἰησοῦς, πορεύου καὶ σὺ ποίει ὁμοίως.
38 ἐν δὲ τῷ πορεύεσθαι αὐτοὺς αὐτὸς εἰσῆλθεν εἰς κώμην τινά: γυνὴ δέ τις ὀνόματι μάρθα ὑπεδέξατο αὐτόν.
39 καὶ τῇδε ἦν ἀδελφὴ καλουμένη μαριάμ, [ἣ] καὶ παρακαθεσθεῖσα πρὸς τοὺς πόδας τοῦ κυρίου ἤκουεν τὸν λόγον αὐτοῦ.
40 ἡ δὲ μάρθα περιεσπᾶτο περὶ πολλὴν διακονίαν: ἐπιστᾶσα δὲ εἶπεν, κύριε, οὐ μέλει σοι ὅτι ἡ ἀδελφή μου μόνην με κατέλιπεν διακονεῖν; εἰπὲ οὖν αὐτῇ ἵνα μοι συναντιλάβηται.
41 ἀποκριθεὶς δὲ εἶπεν αὐτῇ ὁ κύριος, μάρθα μάρθα, μεριμνᾷς καὶ θορυβάζῃ περὶ πολλά,
42 ἑνὸς δέ ἐστιν χρεία: μαριὰμ γὰρ τὴν ἀγαθὴν μερίδα ἐξελέξατο ἥτις οὐκ ἀφαιρεθήσεται αὐτῆς.
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ἅγιοι Δέκα Μάρτυρες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ἅγιοι Δέκα Μάρτυρες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 22 Δεκεμβρίου 2010

Ἅγιοι Δέκα Μάρτυρες

Θαυμαστή καί άξιέπαινος είναι ή περιβόητος Κρήτη, καί διά τό κάλλος της, καί διά τό μέγεθος, διά τά τείχη καί λιμένα της, καί διά τήν κράσιν καί ύγείαν τού καιρού, καί εύθηνίαν καί πλουσιότητα τών καρπών της• άλλ' έγώ θέλω διηγηθή τήν άληθινήν της άξίαν καί ωραιότητα, τόν χορόν λέγω τών θείων Μαρτύρων, τούς δέκα τού Χριστού στεφανίτας• οί όποίοι άπό αυτήν έγεννήθησαν, καί είς αυτήν υπέρ Χριστού γενναίως έμαρτύρησαν, καθώς θέλει να φανερώση ό λόγος.



Βασιλεύοντος είς τήν Ρώμην τού ασεβεστάτου Δεκίου, τω 250 έτη, κατέστησεν Ανθύπατον είς τήν Κρήτην άλλον τινά Δέκιον όμώνυμόν του, καί όμότροπον, ό όποίος εύθύς όπου έφθασεν εις τήν Κρήτην, ήρχισε νά βασανίζη άνηλεώς καί πολυτρόπως τούς χριστιανούς, είτα καί πικρώς νά τούς θανατώνη• έζητούντο λοιπόν, καί εύρίσκοντο πάντες, καί πρός αύτόν έφέροντο μαζύ μέ τούς όποίους ήτο καί ό ίερός ούτος χορός οί όποίοι ήσαν άπό διαφόρους χώρας τής Κρήτης, άπό μέν τήν Μητρόπολιν Γορτύνην ήσαν πέντε, ό Θεόδουλος, ό Σατορνίνος, ό Εύπορος, ό Γελάσιος καί ό Εύνικιανός• από δέ τήν Κνωσόν ήτο ό Ζωτικός, άπό τόν λιμένα τού Πανόρμου ήτο ό Αγαθόπους, από τήν Κυδωνίαν, ό Βασιλείδης, καί άπό τό 'Ηράκλειον ό Ευάρεστος καί ό Μόμπιος,έσπευδον όμως άπαντες νά φθάσουν εις μίαν πόλιν τήν ούράνιον•

Ούτοι εύθύς,όπου έπαρασταθησαν εις τόν ήγεμόνα,έδειξαν πάσαν γενναιότητα καί ανδρείαν, καί είς λόγους καί είς έργα άνδρείως καί αφόβως, πάσαν βάσανον καί τιμωρίαν ύπομείναντες• τριάκοντα ήμέρας μαστιζόμενοι, στρεβλούμενοι, κατά γής συρόμενοι, λιθοβολούμενοι, έμπτυόμενοι καί καταφρονούμενοι.

Αλλά ταύτα μέν ήσαν είς έκείνους ώς προγυμνάσματα τών μετέπειτα μεγαλειτέρων βασάνων. Διότι καθήσας τή είκοστή τού παρόντος μηνός ό δικαστής είς τό κριτήριον έφερε τούς Μάρτυρας, καί βλέπων αύτούς άγρίως καί φονικώς, είπε «τίς ή τοσαύτη σας άγνωσία, καί ούτε μέ τήν πολυκαιρίαν, ούτε μέ τάς νουθεσίας έμαθετε τό συμφέρον σας ; όμως θύσατε χωρίς βίαν, είδεμή θέλετε έννοήση είς όλίγον, τί θέλει σάς προξενήση ή άπείθειά σας » πρός ταύτα οί Μάρτυρες άπεκρίναντο• «καί ήμείς ώ άρχων,καί μέ πολλά λόγια καί έργα, καί μέ τήν πολυκαιρίαν έδείξαμεν τήν γνώμην μα πώς ούτε τοίς θεοίς σου θέλομεν θυσιάση, ούτε άλλο τίποτε θέλει μας καταπείση ποτέ είς αύτό, ούτε θέλομεν δειλιάση είς τάς βασάνους σου άλλά θέλομεν σέ εύχαριστεί περισσότερον όσον μάς βασανίσης πικρότερα.» 'Ο άρχων είπεν, «έως ότου έγώ είμαι, καί ή δύναμις των μεγάλων θεών, τούς όποίους σείς άναίσχυντα καταφρονείτε, καί δέν έντρέπεσθε ούτε τούς παρεστώτας, πολλούς τε καί σοφούς όντας, όποίοι προσκυνούσι καί λατρεύουσι πρώτον μέν τόν Δία, έπειτα τήν Ήραν τε καί Ρέαν, καί τούς λοιπούς. Δέν θέλω σάς άφήση βασανίζωντας, έως όπου νά σβέσω τήν αύθάδειάν σας, διά νά φοβηθούν καί άλλοι, άν τύχουν ώς καί σάς άπειθείς• διότι όσα έπάθατε έως τώρα, ήσαν μόνον σκιαί κολάσεων.»

Πρός ταύτα πάλιν οί Μάρτυρες είπον,« ώ άρχων, περί μέν τού Διός, καί τής μητρός των τής Ρέας μή μάς λέγης τίποτε. Διότι ήμείς τούς ήξεύρομεν, καθώς τό ήκούσαμεν από τούς προτήτερούς μας, καί τό γένος τού Διός, καί τήν τύχην καί τόν τόπον• τόν δέ τάφον του άν .θέλης νά σού τόν δείξωμεν, διότι καί αύτός ό Ζεύς κρητικός ήτο, καί έγεινε τύραννος εις τά χωρία· τόσον δέ ήτο άσελγής, ώστε όπου όχι μόνον μέ γυναίκας, άλλά καί μέ άρρενας τάς άσχημίας του έκαμνε συχνά καί άκαταπαύστως, γόης καί πανούργος ών• διά τούτο καί τινές όμοιοπαθείς μιμούμένοι τάς κακίας του, (διότι τό κακόν πολύ εύκόλως τό μιμούνται,) τόν εκήρυξαν Θεόν, καί τού έκτισαν ναούς καί θυσιάζουσι, διά νά φαίνωνται πώς μιμούνται θεΐκά έργα νά μή έντρέπωνται.»

Ταύτα λέγοντος τού θείου χορού έκείνου, πολύ έθυμώθη καί ό ήγεμών καί όλος ό λαός, καί ώρμησαν νά τούς ξεσχίσουν μέ τάς χείράς των ό Δέκιος όμως τούς έμπόδισε δια νά τούς δώση πικρότερον θάνατον. Εύθύς λοιπόν εβασανίζοντο μέ διαφόρους βασάνους καί πολυτρόπους, καί ό μέν είς κρεμασθείς έξεσχίζετο μέ σιδηρά όνύχια καί αί σάρκες του έπιπτον είς τήν γήν. Άλλου δέ μέ ξύλα καί λίθους όξείς συνετρίβοντο τά πλευρά του ομού μέ τά κόκκαλα. Άλλοι δέ μέ βάρος μολύβδου, καί άλλοι άλλως τυπτόμενοι καί μαστιζόμενοι όδυνηρώς, γενναίως καί χαίροντες ύπέφερον τάς πληγάς. Καί βλέποντες τήν πολλήν των ύπομονήν καί άνδρείαν, πολλοί έστερεούντο είς τήν πίστιν καί εύσέβειαν περισσότερον. Αλλοι πάλιν άσεβείς, χαιρέκακοι καί άσπλαγχνοι έχαίροντο πώς έτιμωρούντοι οι Αγιοι, καί έπαρακινούσαν τόν κριτήν καί τούς δημίους είς περισσότερον θυμόν• έβόα δέ καί ό κήρυξ, «λυπηθήτε τήν ζωήν σας, καταπεισθήτε είς τούς έξουσιαστάς, θύσατε τοις θεοίς.» Οί Μάρτυρες όμως, καί είς τόσα δεινά όντες, ανίκητοι ήσαν, καί όλοι των μέ μίαν φωνήν εβόησαν• «χριστιανοί είμεθα, Χριστού θυσία, Χριστού σφάγια, αν καί μυρίας φοράς ήθελε κάμη χρεία νά θανατωθώμεν, προθύμως αποθνήσκομεν »

Ο πρόθυμος λοιπόν ύπηρέτης τού Σατανά Δέκιος, βλέπων τό άμετάθετον τής γνώμης τών Μαρτύρων, καί άνίκητον προσέταξε νά τούς αποκεφαλίσουν. 'Εφερον λοιπόν τούς Μάρτυρας είς τόπον Αλώνιον λεγόμενον, πλησίον τής πόλεως, φθάσαντες δέ οί Αγιοι έφιλονείκουν ποίος νά θανατωθή πρώτος, διά νά λάβη καί πρώτος τόν στέφανον. Έπαυσε δέ τήν φιλονεικίαν ταύτην είς έξ αυτών Θεόδουλος όνόματι, λέγων ότι ό έσχατος είναι πρώτος καί τιμιώτερος, έστω καί νά μη φοβηθή βλέπων τόν θάνατον τών προτέρων. 'Ηρεσεν εις όλους ό λόγος καί πρώτον μέν έκαμαν κοινήν προσευχήν, λέγοντες. «Εύλογητός ει Κύριε, ός ουκ έδωκας ημάς εις θύραν τοίς όδούσιν αυτών, » καί τά έπίλοιπα τού Ψαλμού• έπειτα πηγαίνοντες έκαστος εις τόν τόπον, έλεγον• «σπλαγχνίσου Κύριε τούς δούλους σου, καί δέξαι τό αίμα ήμών, καί υπέρ τών ήμετέρων, ύπέρ πατρίδος διά νά έλευθερωθή άπό τό σκότος τής άγνωσίας, καί νά ίδή Σέ τό αΐδιον φώς αίώνιε Βασιλεύ.»

Ούτω έκαστος προσευξάμενοι, έκοψαν τάς ίεράς καί καλλινίκους αύτών κεφαλάς. Άναχωρησάντων δέ τών δημίων,τινές άπό τούς ευσεβείς, λαβόντες τά ίερά λείψανα, τά ένταφίασαν τιμίως. Υστερον δέ όταν ή ευσέβεια έπλήθυνε σχεδόν εις όλην τήν οικουμένην, έστάλη Παύλος ό άγιώτατος πατριάρχης, λαβών καί άλλους έγκρίτους άνδρας άπό τά βασίλεια· φθάνων λοιπόν εις τήν Κρήτην, καί πηγαίνων είς τόν τόπον καί άναχώσαντες τόν τάφον τών άγίων. ηύρε τά λείψανα ώς ζώντα ένδροσα καί ανθηρά (ώ τής δυνάμεώς σου Χριστέ Βασιλεύ!) καί λαβών αυτά τά έφερον ες τήν Βασιλίδα τών πόλεων καί τά ένταφίασαν έκεί, όπου είναι καί τά Ιερά καί μαρτυρικά λείψανα τών Νηπίων, κοινοί σωτήρες καί φύλακες άγρυπνοι όντες εις όλα τά λυπηρά. Ων τας πρεσβείαις τύχοιμεν τών αιωνίων αγαθών, έν Χριστώ 'Ιησού τω Κυρίω ήμών, ω ή δόξα καί τό κράτος εις τούς αίώνας τών αίώνων. Αμήν.

Απολυτίκιο. Ήχος γ’. Την ωραιότητα.
Κρήτης τα εύοσμα άνθη τιμήσωμεν, τα διαπνέοντα, οσμήν την ένθεον, Θεόδουλον και Ζωτικόν, Γελάσιον, Σατορνίνον, Εύπορον Ευάρεστον, Αγαθόποδα Πόμπιον, Ευνικιανόν ομού, Βασιλειάδην τε ένδοξον, βοώντες αυτούς αυτούς ομοφρόνως, χαίρε Δεκάς η των μαρτύρων.

Κοντάκιον. Ήχος δ’. Επεφάνης σήμερον.
Εωσφόρος έλαμψεν, η των Μαρτύρων, σεβασμία άθλησις, προκαταυγάζουσα ημίν, τον εν Σπηλαίω τικτόμενον, ον η Παρθένος, ασπόρως εκύησεν.